Publié le

L’accent tonique dans la transcription phonétique

Όταν η προφορά μιας λέξης γράφεται με φωνητικά σύμβολα, είναι λάθος το τονικό σημάδι να μπαίνει πάνω στο φωνήεν. Διότι δεν τονίζεται το φωνήεν, αλλά η συλλαβή.
Η προφορά του φωνήεντος γίνεται πιο έντονη, κάτι που αποτυπώνεται τις περισσότερες φορές με αλλαγή συμβόλου, αλλά το ανέβασμα της φωνής γίνεται στη συλλαβή.
Π.χ. η αντωνυμία « εμένα » γράφεται φωνητικά [e’mεna] κι όχι [eména].
Η λέξη « έμενα » (παρατατικός του ρήματος ‘μένω’) γράφεται φωνητικά [‘εmena] κι όχι [émena].
Η λέξη « εχθές » γράφεται φωνητικά [εx’θεs] (όχι [exθés]), ενώ η λέξη « εχθρός » γράφεται [εx’θros] (όχι [exθrόs]).
Ο συλλαβισμός των δύο αυτών λέξεων φαίνεται καθαρά: εχ-θές και εχ-θρός, με το πρώτο « ε » να προφέρεται πιο ανοιχτά λόγω των συμφώνων που το ακολουθούν.
­Η λέξη « αστέρι », γράφεται φωνητικά [as’tεri] κι όχι [astéri], διότι η προφορά της λέξης είναι « ασ-τέ-ρι ».
Publié le

L’iotacisme

Iωτακισμός λέγεται η προφορά [i] των φωνηέντων ι, η, υ και των διφθόγγων ει, οι. Εμφανίστηκε κατά την ελληνιστική περίοδο και από τα ορθογραφικά λάθη των κειμένων και των επιστολών καταλάβαμε πως η ελληνική γλώσσα των κλασικών χρόνων είχε ήδη εξελιχτεί. Γι’ αυτό, όποιος μπερδεύει τα ομόηχα φωνήεντα ή διφθόγγους, ας γνωρίζει πως το ίδιο πρόβλημα είχαν πάρα πολλές γενεές πριν από αυτόν. Όπου δε υπάρχουν αμφιβολίες γραφής, καλύτερα να χρησιμοποιείται το « ι », αυθεντικό σημάδι του φθόγγου [i].

Οι Έλληνες, όπως όλοι οι λαοί, δεν χρειάζεται να γνωρίζουν την ετυμολογία κάθε λέξης που χρησιμοποιούν στο λεξιλόγιό τους. Η ετυμολογία είναι για τους ειδικούς, οι λέξεις είναι εργαλεία επικοινωνίας. Η παρότρυνση αλλαγής μιας καθιερωμένης γραφής λόγω ετυμολογίας, μόνο διχασμό μπορεί να επιφέρει.

Για τα σημερινά ελληνικά, περίπου 100 διδακτορικές διατριβές απαιτούνται για τη θέσπιση κανόνων γραμματικής, ορθογραφίας, συντακτικού και συλλαβισμού. Αυτοί οι κανόνες θα εμπεδώσουν τη σωστή διδασκαλία τους, δίνοντας ευκρινείς απαντήσεις στα ερωτήματα των εκπαιδευτικών.

Οι κανόνες προστατεύουν μια γλώσσα. Είναι τα θεμέλια δίχως τα οποία οποιοδήποτε γλωσσικό οικοδόμημα καταρρέει.

Ιδού μερικοί βασικοί κανόνες ορθογραφίας που σχετίζονται με τον ιωτακισμό:

1. Το « η » είναι αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του θηλυκού άρθρου και των θηλυκών ονομάτων στην ονομαστική, γενική και αιτιατική πτώση. Π.χ. η Τρίτη, της Τρίτης, την Τρίτη.

Οι λέξεις, που αρχίζουν με η (ήθος κλπ), ΔΕΝ μπορούν να γραφτούν με άλλο φωνήεν. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, το γράμμα « η » θα εξαφανιστεί από το ελληνικό αλφάβητο.

2. Το « ι » είναι αναλλοίωτο χαρακτηριστικό των ουδέτερων ονομάτων. Η κατάληξη των λέξεων « παιδί », « λάδι », « μαξιλάρι » κλπ δεν μπορεί να γραφτεί με άλλο φωνήεν. Φυσικά, μιλάμε για κανόνες, όχι για εξαιρέσεις όπως βράδυ, δάκρυ κλπ.

Οι λέξεις, που αρχίζουν με « ι » (ιατρική κλπ), ΔΕΝ μπορούν να γραφτούν με άλλο φωνήεν. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, το γράμμα « ι » θα εξαφανιστεί από το ελληνικό αλφάβητο.

3. Το « υ », μαζί με το φωνήεν « ο » σχηματίζει τον φθόγγο ου [u].

Είναι χαρακτηριστικό μερικών επιθέτων σε -ύς (μακρύς/μακρύ, πολύς/πολύ) και, κυρίως, αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του επιρρήματος « πολύ ».

Οι λέξεις, που αρχίζουν με « υ » (ύαινα κλπ), ΔΕΝ μπορούν να γραφτούν με άλλο φωνήεν. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, το γράμμα « υ » θα εξαφανιστεί από το ελληνικό αλφάβητο.

4. Το « ει » είναι αναλλοίωτο χαρακτηριστικό των ρημάτων. Η κατάληξη γράφ-εις, γράφ-ει κλπ ΔΕΝ μπορεί να γραφτεί με ομόηχο φωνήεν ή άλλη δίφθογγο.

Οι λέξεις, που αρχίζουν με « ει » (ειρήνη κλπ), ΠΡΕΠΕΙ να διατηρήσουν αυτή την γραφή, συμβάλλοντας έτσι στη διαιώνιση της διφθόγγου.

5. Το « οι » είναι αναλλοίωτο χαρακτηριστικό του πληθυντικού αρσενικού και θηλυκού άρθρου και των αρσενικών ονομάτων στην ονομαστική πτώση. Π.χ. οι γιατροί, οι μεγάλοι, οι μεγάλες.

Οι λέξεις, που αρχίζουν με « οι » (οισοφάγος κλπ), ΠΡΕΠΕΙ να διατηρήσουν αυτή την γραφή, συμβάλλοντας έτσι στη διαιώνιση της διφθόγγου.

Publié le

ΚΑΤΑΡΧΗΝ ≠ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ

Σύμφωνα με το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, η λέξη «καταρχήν» έχει δύο έννοιες :
καταρχήν [katarxín] επίρρ. : α. όσον αφορά την ουσία, τη βασική αρχή ενός πράγματος, ως προς το κύριο και βασικό μέρος· κατ΄ αρχήν: Συμφώνησαν ~, διαφώνησαν όμως σε ορισμένες λεπτομέρειες. Tο νομοσχέδιο ψηφίστηκε ~ και κατ΄ άρθρο. β. αντί του κατ΄ αρχάς. [λόγ. < αρχ. φρ. κατ΄ ἀρχάς `στην αρχή΄ (με τροπή στον εν.) σημδ. γαλλ. en principe (εν.)]

Όμως, το «καταρχήν», στα νομικά κείμενα, αδυνατεί ν’ αντικαταστήσει το «επί της αρχής», προφανώς διότι οι νομικοί συντάκτες απεχθάνονται τις λέξεις με διφορούμενη έννοια.
Γράφεται «συμφωνία επί της αρχής» (accord de principe) αντί για «καταρχήν συμφωνία». Το τελευταίο ανθεί στις εφημερίδες, μ’ επιθετικό προσδιορισμό μάλιστα (sic)!

Επίσης, η φράση «ψηφίστηκε επί της αρχής» (un vote de principe) είναι σαφέστερη από την φράση «ψηφίστηκε καταρχήν».

Όσο για την φράση «είμαι αντίθετος καταρχήν», δεν μπορεί να πάρει ούτε την έννοια «είμαι αντίθετος επί της αρχής» (de principe), ούτε την έννοια «είμαι αντίθετος για λόγους αρχής» (par principe).
Έτσι, δικαίως, καταλαμβάνει την έννοια της λόγιας λέξης «καταρχάς» ακριβώς όπως η φράση «πριν από τρία χρόνια» συμβαδίζει με την «προ τριών ετών».

Αν απαγορέψουμε στη λέξη «καταρχήν» να έχει την έννοια της λόγιας λέξης «καταρχάς», η πρώτη θα επανέλθει εξαλείφοντας τη δεύτερη, λόγω φυσικής ροής της γλώσσας.

Η έννοια του principio είναι εμφανής σε φράσεις τύπου «καταρχήν, όχι» (κανονικά, όχι) (en principe, non).

Publié le

Εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας

Γιατί λέμε «στην προκειμένη περίπτωση» κι όχι, επί το ορθότερον, «στην προκείμενη περίπτωση»;
Διότι προέρχεται από την φράση της καθαρεύουσας «εν προκειμένη περιπτώσει» και το επίθετο διατήρησε την καθαρευουσιάνικη μορφή του.
Δεν είναι λάθος· είναι εξέλιξη της γλώσσας.

Publié le

Η μάχη των φωνητικών συμβόλων

Τα λεξικά ΡΟΣΓΟΒΑΣ επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν φωνητικά το [δ] αντί του ευρέως διαδεδομένου φωνητικού συμβόλου [∂]. Γιατί;
Ας αντιστρέψουμε την ερώτηση. Γιατί οι Αγγλοσάξονες (οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με την φωνητική, αν και οι πρώτοι διδάξαντες ήσαν αυτοί που εφηύραν τα πνεύματα, τους τόνους, τις διφθόγγους και τις υποδιαστολές) δεν χρησιμοποίησαν το γράμμα « δ » ως φωνητικό σύμβολο;
Διότι θεωρούν πως μία είναι η ελληνική γλώσσα, η αρχαία.
Ονόμασαν τα σημερινά ελληνικά « modern greek » (« grec moderne » για τους γαλλόφωνους) και « greek » τα αρχαία ελληνικά. Όλοι οι ελληνιστές του 19ου αιώνα αποκαλούσαν τα αρχαία ελληνικά « greek » ή « grec » ή « Griechisch ». Δεν ονόμασαν όμως ποτέ τα σημερινά γαλλικά « français moderne » αν και υπάρχουν τα « ancien français ».
Αφού λοιπόν ο φθόγγος « δ » δεν προφερόταν στα αρχαία ελληνικά ως [δ], γιατί να χρησιμοποιήσουν αυτό το γράμμα ως φωνητικό σύμβολο;
Χρησιμοποίησαν το [θ] ως φωνητικό σύμβολο, διότι η αγγλική προφορά του « th » είναι πιο κοντινή στην αρχαία προφορά του « θ ».
Το επιχείρημά τους είναι πως είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε γράμματα από γλώσσες των οποίων η προφορά δεν αλλοιώνεται (βλέπε νεκρές γλώσσες) ως φωνητικά σύμβολα.
Το αντεπιχείρημα είναι:
1. Πώς μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για την προφορά μιας νεκρής γλώσσας;
Je ne puis comprendre comment des hommes versés dans la connaissance des lettres grecques, aient adopté, sans examen, le système singulier qu’il voulut établir [Érasme dont les connaissances en littérature grecque ont plus d’une fois été contestées], έγραφε ο Μηνάς Μηνωίδης το 1825.
2. Ποια χρονική περίοδο καλύπτει αυτή η προφορά;
3. Αν είναι έτσι, γιατί να μην αποδίδουμε φωνητικά όλους του φθόγγους με εφευρέσεις φωνητικών συμβόλων;
Τα λεξικά ΡΟΣΓΟΒΑΣ θεωρούν πως τα ελληνικά γράμματα « α », « γ », « δ », « ε », « θ » πρέπει να καθιερωθούν διεθνώς ως φωνητικά σύμβολα [α], [γ], [δ], [ε], [θ], διότι αποδίδουν επακριβώς την προφορά συγκεκριμένων φθόγγων.

Publié le

« πολύ » ή « πολλή », ιδού η απορία!

Στον γραπτό λόγο, η χρήση αυτών των δύο λέξεων δημιουργεί συχνά σύγχυση διότι είναι ομόηχες.
Αυτό που πρέπει να ξέρουμε είναι πως πριν από επίθετο μπαίνει πάντα η λέξη « πολύ », ως επίρρημα και διατηρείται αμετάβλητη: πολύ ωραία / πολύ μεγάλη / πολύ έξυπνη / πολύ όμορφες.
Πριν από θηλυκό ουσιαστικό μπαίνει η λέξη « πολλή » ως επίθετο: πολλή ώρα / πολλή δουλειά / πολλή κούραση.